16 Φεβ 2012

Αρίστος Τάσσης: Ένας ανατρεπτικός και ασυμβίβαστος στον παράδεισο



Φέτος συμπληρώνονται δέκα εννέα χρόνια από τον τραγικό θάνατο του Αρίστου


«Α!! Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω!!»


Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 19 χρόνια από την ημέρα του βίαιου θανάτου του φίλου και συγχωριανού μας Αρίστου Τάσση. Η εφημερίδα μας θέλοντας να αποδώσει φόρο τιμής στην μνήμη του κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στην ιστορία του, για να την κάνει όσο το δυνατόν, πιο γνωστή στους νεότερους πατριώτες. 
Έσβησε στις 11 Δεκεμβρίου 1993, αιφνιδιαστικά όταν ένα φονικό χέρι του έβαλε τέλος στη ζωή του, σε ηλικία μόλις 48 χρόνων. Μόλις μαθεύτηκε το μαύρο μαντάτο στο χωριό, βουβαθήκανε όλοι από το σοκ καθώς είναι αδύνατο να πιστέψουνε πως ο Αρίστος δεν θα είναι πια ανάμεσά τους. Ήταν αδύνατο να δεχτούνε πως έφυγε τόσο άδικα το παλικάρι. Από εκείνη την ημέρα ο κάθε κατατρεγμένος έγινε πιο φτωχός και μόνος του, γιατί δεν θα έχει δίπλα του τον Αρίστο.
 Ο Αρίστος ήταν ένα ασυμβίβαστο παλικάρι από τον Αγράμπελο ξηρομέρου, που δεν έσκυψε ποτέ το κεφάλι στην εξουσία. Έφυγε όρθιος περήφανος και ασυμβίβαστος. O ξαφνικός και αναίτιος θάνατος συγκλόνισε όλους τους φίλους του. Γι αυτούς που τον γνώριζαν από κοντά, η απώλεια του άφησε μια πικρή γεύση γιατί ο Αρίστος πήρε μαζί του και έναν ολόκληρο κόσμο. Τον κόσμο του αυθορμητισμού, της ανατροπής και της ελευθερίας.  
Από τα πρώτα του βήματα ήταν μαχητικός, γεμάτος ζωντάνια, ανατρεπτικός, ατίθασος, ιδιοφυής και ανυποχώρητος στις θέσεις του αλλά είχε και μια παιδική ευαισθησία για τους πατριώτες και πολλή αγάπη στο χωριό του.
Ο Αρίστος αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία του χωριού μας. Το όνομά του υπήρξε ανέκαθεν συνδεδεμένο με τον επαναστάτη, τον  αντιεξουσιαστή, τον αιρετικό και τον ρομαντικό ήρωα.

Οι ρίζες του και τα πρώτα χρόνια

«..Δυο χρόνια είχα να σε δω
και σε συνάντησα ξανά μια Κυριακή.
Κερνούσες ούζα
και κονιάκ στο καφενείο
και τα καλά σου φόραγες
σαν να ’τανε γιορτή…»


Γεννήθηκε στο Αγράμπελο το 1945 από γονείς Αγραμπελιώτες. Ήταν το τέταρτο παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας και είχε άλλα οκτώ αδέλφια.  Αναγκάστηκε να παρατήσει το σχολείο νωρίς, ήταν του δημοτικού και να παλέψει σκληρά για την επιβίωση, τα πέτρινα μετακατοχικά χρόνια. Έζησε στο χωριό μέχρι τα δεκατέσσερα του. Από μικρός έδειξε τον ανήσυχο χαρακτήρα του. Είχε μεγάλη αντίληψη, ευστροφία, και εξυπνάδα  Από μικρός ήταν ζωηρός, αμφισβητούσε, «έψαχνε τη ζωή», θυμόνται οι φίλοι του.  Έφηβος κατέβηκε στο Αγρίνιο. Περιπαθής και απείθαρχος σύχναζε στα «Ποδοσφαιράκια» του Ζέρβα και ήταν φανατικός οπαδός του Παναιτωλικού.    
Το ’72 πήρε την πραμάτεια του και κατέβηκε στην Αθήνα για ανεύρεση καλύτερης «τύχης» και από εδώ ξεκινάει η παράτολμη ταραχώδης και εντυπωσιακή ζωή του Αρίστου με τις περιπέτειες, τις συγκρούσεις και τα κυνηγητά. Ο ταραχώδης βίος του ξεκινάει με τα παράνομα παιγνίδια όπως τον «Παπά» (Που’ ναι ο Παπάς;. Εδώ να σημειώσουμε ότι δεν βρέθηκε άνθρωπος να τον κερδίσει!!), την λοταρία και πλάθει την ζωή του κοντά στους ανθρώπους του δρόμου, των πορνείων και των καπηλειών, ενός κόσμου που οριζόταν από άγριους κώδικες τιμής.

Στην Ομόνοια

«…Δεν ήσουνα φαντάρος 
για να σου πω 
καλός πολίτης, 
μα ούτε και που γιόρταζες 
για να σου πω χρόνια πολλά. 
Τρελάδικο και φυλακή 
δυο χρόνια και έξι μήνες, 
ήπια το ούζο κι είπα γεια χαρά.»


Στην Ομόνοια δεν υπάρχουν φίλοι, υπάρχουν μόνο ψευτονταήδες μαχαιροβγάλτες, κουμπουροφόροι, και κουτσαβάκηδες, που ήταν θρασύδειλοι τσαμπουκάδες της πεντάρας. Στην Ομόνοια ήταν να δώσεις και να πάρεις γυναίκες, να δώσεις την ψυχή σου στον διάβολο και να πάρεις προστασία. Πολλοί σου έβγαζαν το μαχαίρι στο στενό για να σου πάρουν τα χρήματα κι εσύ παραληρούσες ανήμπορος. Όμως ο Aρίστος ήταν ατρόμητος, έγινε αμέσως δημοφιλής και η τέχνη του στον «Παπά» ήταν αξεπέραστη κι ο υπόκοσμος άρχισε να τον τρέμει. Η Αστυνομία καθημερινά τον αναζητούσε και την ίδια ώρα στα γύρω στενά γίνεται ένα ατέλειωτο αλισβερίσι με γυναίκες, υπόκοσμο, κλεφτρόνια και νταβατζήδες. 
Όμως και τον Αρίστο, πολλοί δεν τον συμπαθούσαν αλλά και δεν τον ανέχονταν, γιατί τους έμπαινε στα ρουθούνια αφού ήτανε «γάτα» στις δουλειές και τους κέρδιζε όλους στον «Παπά». Έτσι σύντομα ήλθε   αντιμέτωπος με τις «αρχές», την Χούντα, οι οποίες τον κυνηγούσαν και τον χτυπούσαν άγρια στα κρατητήρια της ασφάλειας. Δημιουργός των αντιθέσεων ο Αρίστος συγκλόνιζε με την ευαισθησία του αφού όποιος πατριώτης έχανε τα χρήματα στον «Παπά» του τα επέστρεφε αμέσως. Φύση θυελλώδης και ριζοσπαστική, εξέφρασε την εποχή με τη μεγαλύτερη ίσως δύναμη και αυθεντικότητα από οποιονδήποτε άλλον απέναντι στους πατριώτες αφού βοηθούσε πολλά νέα παιδιά να σπουδάσουν και να μορφωθούν. Κάθε φορά που κάποιος χρειάζονταν βοήθεια, όλοι ήξεραν προς τα πού να στρέψουν τις ελπίδες τους.

Που είναι ο Παπάς;  

«..Το ξέρω ζήτησες δουλειά
σε χίλια δυο αφεντικά
κι όλοι ζητούσανε να δουν συστάσεις,
προϋπηρεσία, μα μόλις είδανε κι αυτοί
πως είχες κίτρινο χαρτί, σε διώξανε
σαν το σκυλί κι ούτε σ’ αφήσανε να πεις
μια δικαιολογία..»


Τον συναντούσες εύκολα στα καφενεία της Ομόνοιας και ήταν μια ασκητική φιγούρα, ψυχούλα, με πρόσωπο ρυτιδωμένο σαν βαθιές χαρακιές. Το παράξενο Παλικάρι με το σκαμμένο πρόσωπο που ήταν από το Αγράμπελο, το συναντούσες έξω απ’ τον Mπακάκο να φωνάζει κάθε τόσο με τη βραχνή φωνή του. Έγινε σε λίγο καιρό ο πιο διάσημος «Παπατζής» του κόσμου. Για πολλά χρόνια, ήταν υπ' αριθμόν 1 κίνδυνος για τους υπεύθυνους ασφαλείας. Ο Αρίστος έπαιζε σαν ταχυδακτυλουργός τον «Παπά» και κανένας ποτέ δεν μπορούσε να βρει στα τρία φύλλα την φιγούρα.  Έγινε παράνομος και φυγάς. Η Αστυνομία εξαπέλυσε ανελέητο ανθρωποκυνηγητό εναντίον του. Για τη ζωή του ειπώθηκαν χιλιάδες πράγματα από φίλους και εχθρούς του.  Το παιγνίδι ο «Παπάς» παιζόταν ως εξής: «Εδώ παπάς, εκεί παπάς - που 'ν' ο παπάς;». –«Εδώ!». –«Έχασες...». Τα χιλιάρικα πέφτουν σαν μαρουλόφυλλα. Ένας αγριεμένος ρωτάει τον Αρίστο: «Πάει εκατό χιλιάρικα;». –«Πάει» απαντά ψύχραιμος ο Αρίστος - και του πήρε τα σώβρακα. Ξαφνικά, εκεί που έπαιζε ο Αρίστος, άρχισε να τρέχει προς την Σωκράτους, αφού  είχε εμφανιστεί ένας της Αστυνομίας. Ο Αρίστος μετά από λίγο επέστρεψε  χαμογελαστός. «Ελάτε να παίξουμε!» Οι «πελάτες» ξαναμαζεύονται γύρω του, γελώντας. «Εδώ παπάς...».
Μπορεί να δρούσε μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας  αλλά ο Αρίστος ήδη γνώριζε ημέρες δόξας. Ο λόγος προφανής: οι ημερήσιες εισπράξεις του μπορεί να έφταναν στις 50.000 δρχ. ημερησίως, με το μέσο ποντάρισμα στις 500 δραχμές. Από σύνεργα,  ο Αρίστος δεν χρειάζονταν παρά ένα χαρτόκουτο (για τραπέζι) και τρία χαρτιά της τράπουλας, μεταξύ των οποίων ο Ρήγας, τον οποίο μετονόμαζε σε «Παπά». Πέραν αυτών βεβαίως, διέθετε μια διαβολεμένη εξάσκηση, ώστε τα «θύματά» του να μη δύνανται να εντοπίσουν τον «Παπά».



Οι εφημερίδες έγραψαν για τον Αρίστο…
Η εφημερίδα «Τα Νέα» , στις 27/11/1978, έγραψε στη στήλη «Αθώοι και ένοχοι», άρθρο για τον Άρίστο, που έχει ως εξής:


ΑΘΩΟΙ ΚΑΙ ΕΝΟΧΟΙ
Ο παπατζής και η μάνα του…
«Δεν υπάρχει δικαιοσύνη για μας μάνααααα…»
του Γ. Κρεμμύδα

«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ δικαιοσύνη για μας μάναααα…», φώναζε κλαίγοντας σπαραχτικά ένας 45χρονος άντρας που λίγο πριν είχε καταδικαστεί σαν «παπατζής» σε φυλάκιση 8 μηνών χωρίς εξαγορά, στη χαρακωμένη από την δουλειά 70χρονη μαυροφόρα μάνα του που είχε κάνει 9 ώρες ταξίδι για να κλάψει για το παιδί της στο δικαστήριο. Κατηγορούμενος για παράβαση του νόμου «Περί τυχερών παιγνίων» ο Αρ. Μιχ. Τάσης, δικάστηκε γιατί στις 24 Απριλίου 1977 στην πλατεία Κοτζιά πήρε από κάποιον περαστικό 2.000 δραχμές στον «παπά». Ο μάρτυρας δεν ήλθε στην δίκη και ο Τάσσης δικάστηκε  χωρίς δικηγόρο.
«Πήγα στην Πλατεία Δημαρχείου»-έλεγε στην γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στο τμήμα ο παθών μάρτυρας και συνάντησα τον Αρίστο. «Ήταν τσιλιαδόρος όπως μου είπε, γιατί έπαιζαν πιο πέρα τον «παπά». Του είπα που είναι, να πάω και εγώ να παίξω κανένα 500αρικο και μου είπε. «Περίμενε σε λίγο θα τον ρίξω εγώ και θα κερδίσεις!».  Περίμενα, αλλά με κορόιδεψε και μου πήρε 2.000 δραχμές».
-«Εγώ δεν έριχνα  κύριε  πρόεδρα,  αλλά οι άλλοι του τα πήραν», φώναξε ο Αρίστος.  «Εγώ να πούμε δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Θα σας το πει και η μάνα μου, 9 ώρες ταξίδι έκανε η κακομοίρα  70 χρονών είναι. Εισέπραξα  600 χιλιάδες και της είπα. Φοβάμαι  μην μπλέξω μάνα….Δούλευα εγώ …Άλλοι με μπλέξανε. Δεν μπόρεσε ο αστυνομικός να πιάσει τον άλλον, βρήκε εμένα. Το θύμα είμαι…Ούτε εκβιαστής είμαι κύριε πρόεδρέ μου».
Πρόεδρος:-«Δηλαδή τη θες να πεις;». Αρίστος: -«Να σου πω κύριε πρόεδρα, εσύ κάνεις μια ληστεία εγώ πρέπει να πάω να σε καρφώσω να πούμε?… Το  θύμα  είμαι εγώ κύριε πρόεδρε οι αρχηγοί είναι έξω και εγώ είμαι μέσα».  
Η 70χρονη μάνα του με κλάματα παρακάλεσε:  -«Ήλθα από τον Αστακό είπε. Δεν είναι εντάξει το παιδί μου, κύριε πρόεδρε, είναι άρρωστο από μυαλό, το πήγα στο γιατρό στο νοσοκομείο και του έκαναν εγκεφαλογράφημα…». Σε όλη τη δίκη, πότε έκλαιγε πότε παρακαλώντας σπαραχτικά  ο Τάσσης φώναζε: «Είμαι αθώος δεν τα πήρα τα λεφτά».
Το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο και του επέβαλε φυλάκιση 8 μηνών. -«Κύριε δικασταί, να πούμε  μια αναβολή να έλθει ο μάρτυρας …(γυρίζει προς τα έδρανα των δικηγόρων).  –«Κύριε συνήγορε … Ελα (κάνει μια επιτακτική  κίνηση  με το χέρι ) θα πληρωθείς. Οχτώ μήνες μου ρίξανε … Αμαρτία είναι …».
«Δεν υπάρχει δικαιοσύνη για μας μάνααααα…», φώναζε δυνατά ο Αρίστος. Τότε ο πρόεδρος  διέταξε να τον βγάλουν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου.
«Θα σκοτωθώ ρε μάνα ..έτσι το πάει η έδρα .. Χωρίς μάρτυρα 8 μήνες τι έκανα;» φώναζε ο Τάσης φεύγοντας.        

Το τέλος
    Την μέρα που επρόκειτο να τον σκοτώσουν, ο Αρίστος σηκώθηκε το πρωί και πήρε τηλέφωνο τη μάνα του στο χωριό γιατί είχε δει ένα άσχημο όνειρο. Η μάνα του, που τον αγαπούσε υπερβολικά, του είπε να προσέχει. Ο Αρίστος το βράδυ πήγε σε παράνομη μπαρμπουτιέρα στο Μεταξουργείο και τους πήρε 90.000 δραχμές. Ο δολοφόνος του, που είχε χάσει μεγάλο χρηματικό ποσό τον ακολούθησε και με το  ακονισμένο μαχαίρι του, τον μαχαίρωσε και του άρπαξε τα χρήματα. Ο Αρίστος ανέκραξε «αχ, μάνα μου!», όταν τον έσφαζε. Το μαχαίρι βυθίστηκε στα πλευρά του, ανέβλυσε αίμα, ανέβλυσε ρόδα και γιασεμιά και το Αγράμπελο έγινε φτωχότερο χωρίς το παλικάρι μας.
Ο Άριστος έφυγε στις 11 Δεκεμβρίου 1993. Ήταν η τελευταία του «Βόλτα» στην ομόνοια.  
Η θλίψη δεν θα φύγει ποτέ από μέσα μας και θα ζεις πάντα στην καρδιά μας. Αρίστο, νάσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι..... Πάντα θα σε θυμόμαστε και πάντα θα δακρύζουμε. Ελπίζουμε να περνάς καλά εκεί πάνω... Ελπίζουμε να βρήκες την ευτυχία που σου άξιζε... Αρίστο, θα σε θυμόμαστε για πάντα....

Φίλοι και φίλες από το ξηρόμερο και όχι μόνο….

Από την εφημερίδα αγραμπελιώτικα νέα 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου