13 Μαρ 2020

Η Βόνιτσα γιορτάζει «Το θαύμα της Αγίας Παρασκευής»

Κάθε χρόνο συρρέουν οι πιστοί για το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, που κατά παράδοση είναι η Αγία στην οποία προσεύχονται όλοι εκείνοι που αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τα μάτια τους. 


Την 14 Μαρτίου στη Βόνιτσα γιορτάζουν το θαύμα της Αγίας που έγινε πολλά χρόνια πριν εμφανιζόμενη σε ένα μικρό παιδάκι δείχνοντας του την τοποθεσία που ήθελε για να την προσκυνούν ….και όλοι οι Βονιτσάνοι με ευλάβεια πάνε να προσκυνήσουν και να ανάψουν ένα κεράκι για τη χάρη της. 

Μάλιστα η μέρα θεωρείται μια μέρα νηστείας για όλους τους Βονιτσάνους ως ελάχιστο δείγμα της πίστης τους…. 

[ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΙΕΞΗΧΘΗ ΤΟ ΜΑΙΟ ΤΟΥ 1999, ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΟΠΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗ ΒΟΝΙΤΣΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΨΥΧΟΓΙΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΡΗΝΑ ΚΑΤΣΑΝΟΥ. ] 


Ο Γρηγόρης από τότε επισκεπτόταν την μέρα αυτή την Αγία Παρασκευή 

της Βόνιτσας. Τελευταία του επίσκεψη το 1993 όπου τραβήχτηκε 

και η φωτο. Μετά από 2 χρόνια πέθανε. 

Συνομιλία με την Ρήνα Κατσάνου, 72 χρ., γεννημα-θρέμμα της Βόνιτσας από γονείς Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922 (μητέρα από την Ορντού του Πόντου και πατέρα από την Κων/πολη, παντρεμένη με Βονιτσάνο). 

Ρήνα Κατσάνου: Έχουμι και την αγία Παρασκευή, πό’ ’χει κάνει θαύμα…
Ερευνήτρια (Ελένη Ψυχογιού): −Αυτή απέναντι; 
Ρ. Κ.: −Ναι. Αυτό το γιορτάζομε και νηστεύομε, την ημέρα αυτή, στις 14 Μαρτίου. Δηλαδή την ημέρα που έκανε το θαύμα τ’ς… 
Ερ.: −Τι θαύμα ήταν αυτό; 
Ρ. Κ.: − Αυτό το θαύμα είναι, οι παλιοί-παλιοί, ήτανε εκκλησία η αγία Παρασκευή, όπως ήτανε ντυμένη στα μαύρα, και πηγαίνανε και κάνανε, έδεναν τ’ άλογα, κάμανε κουπριές, την είχαν αχρηστέψ’ την ικκλησία, τ’ν είχαν σαν αχούρ’. Μιτά, ήταν ένα παιδάκι στ’ βάρκα τ’ ικεί, στην περαταριά, είδις, ικεί ήταν ένα παιδάκι, θα ’τανε δεκαοχτώ χρονών, αυτός έρχεται ακόμα στο θάμα τ’ς αγίας Παρασκευής και μας το μελετάει το θαύμα! 
Ερ.: −Α, ζει δηλαδή αυτός.
Ρ. Κ.: −Ζει! Ζει ’κειός, ακόμα. Ήτανε δεκαοχτώ χρονών, 15-16 χρονών αυτός, κι αυτός πήγι, κάθ’σι η Αγιαπαρασκευή απάν’ στ’ μπλώρ’ [πλώρη,της βάρκας] κι το ξύπνησε το πιδάκ’ κι του ’πι, ότι θα πας κάτ’ −έζηγι κάποιος παπάς, πού ηταν ένας παράξενος, παπα- Κώστας λέγουνταν αυτός, ε. πέθαναν τώρα αυτήνοι οι παλιοί τώρα, πάνε. 
Αλλά η γιαγιά μ’ που ήταν, δούλευε την αστυνομία, παλιά, η γιαγιά μ’ πού ’ταμ πρόσφυγας δούλευε την αστυνομία, κι ’κεί το πιδάκι, ’πειδής έλεε αυτές τις κουβέντες, δεν του πίστευανι. Και το πιδί το πήρανε, του ’πανε, «θα σε βαρέσ’νε, δε θα πονέσεις», του ’πι αυτή, »θα πεις αυτά τα λόγια, ότι να ’ρθούνε να καθαρίσ’νε και να φτιάξ’νε την ικκλησία, γιατί εγώ δε θέλω βρωμιές», λέει, » θέλω να με καθαρίσ’νε» 
Ερ.: −Το παιδί κοιμόταν ή ξύπνιο; 
Ρ. Κ.: −Το παιδί ξύπνιου και την έβλεπε που του τά ’λε’ε, πό’ ’καν’ αυτό το θαύμα! Έλεγε, έλεγε, έλεγε, δεν το πιστέψανε το πιδί. Το ’κανε μούτο να το πιστέψ’νε, τήνε βλέπει πάλι, πάλι τήνε βλέπ’. Εκεί που άραζε, είνι ψαράς το πιδί κι άραζε ’κεί [κοντά στην εκκλησία] κι το μούτιασι το πιδί, να το δούνε μούτο, π’θενά, δεν το πίστευαν. 
Ερ. : −Μούτιασε; Δηλαδή; 
Ρ. Κ.: −Το μούτιασε, δηλαδή δε μίλαε [μουγκάθηκε], τ’ς είπ’ αυτά τα λόγια και μετά, δεν επιστεύανε. Το πήραν το πιδί, το ’κλεισανε φυλακή. Τέεετοιες αμπαριές [κλειδαριές] με ’λεε η γιαγιά μου, που τ’ς έσπασε [η Αγία] κι έβγαλε το παιδί από μέσα. Δεν πίστευε κανένας. Απ’ τα πολλά να πούμι, που επίμενε, επίμενε τόσο πουλύ το πιδί, επήγανε και φτιάξανε τ’ν ικκλησία. Αυτήνη η εκκλησία τώρα τ’νε γιορτάζουμι στ’ς εικοσιέξ’, στ’ς εικοσιτρεις- εικοσιτέσσερις Ιουλίου και τη γιορτάζουμε και στ’ς εικοσιτέσσερις του Μάρτη. 
Εκείνη την ημέρα έγινε το θαύμα και τη γιορτάζουμι. Κάν’νε από το βράδυ λειτουργία, κάν’νε παρακλήσεις! Αρτοπλασίις! Την ημέρα τ’ς Αγιαπαρασκευής, τ’ μπαραμουνή το βράδ’ να δεις τι γένιτι! Πενήντα αρτοπλασίις πηγαίν’νε. Με βαρκούλες πηγαίν’νε απέναντι. Πηγαίν’νε και τ’ μπαραμουνή, πηγαίν’νε και τ’ν άλλ’ την ημέρα. Όποιος θέλει, τ’ν άλλ’ την ημέρα. 
Ερ.: −Μένει κανείς και κοιμάται το βράδυ εκεί; 
Ρ. Κ.: −Εκεί παλιά, έρχουντι Πρεβεζάν’ ικεί παλιά, ψένανε! Όργανα! Γινότανε δηλαδή ο χαμός. Μεγάααλο πανηγύρ’. Πουλύ μεγάλο πανηγύρ’! Ε, έκοβανε σιγά-σιγά. Αλλάέρχοντι από δεκαπέντι άτομα απ’ ’ν Πρέβιζα, γυναίκες, και κάθουνται τη νύχτα. 
Ερ. : −Και τί κάνουνε; Ψέλνουνε; 
Ρ. Κ.: −Ε, κά’νται, ψέλ’ν’νε, τα κιράκια τ’ς, τα καντήλια, αυτά. Αλλά παλιά όμως, πουλύ ωραία! Μεγάλο πανηγύρι! Έξω. Πάαινα και ’γώ ’κεί, που ’μ’να κοπελούλα, πάαινα το βράδ’ και κοιμόμουνα ’κεί. Ωχ, ωραία πράματα που ’ταν!! Πολύ μ’ άρεγαν αυτά. Τίποτε άλλο δεν έχουμι. 



ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Δ.ΚΟΥΤΙΒΗΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου